Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων - Χρόνια Πολλά!! Ρεπορτάζ_Βίντεο καί Φωτογραφίες 2016!!-Νέο

Με ιδιαίτερη ευλάβεια και θρησκευτική μεγα-λοπρέπεια, πανηγύρισε η τοπική μας εκκλησία, παρουσία του Μακα-ριωτάτου Αρχιεπισκό-που Αθηνών και Πά-σης Ελλάδος κ.κ. Ιε-ρωνύμου, τον πολιούχο και προστάτη της, Όσιο Νίκωνα τον "Μετανο-είτε".

---------------------------------------------------------------------------------

Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2016

Δείτε  ρεπορτάζ και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από το
εσπέρας και ανήμερα της εορτής καθώς και βίντεο
από τον Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργίακάνοντας
κλικ σε κάθε μια από τις αντίστοιχες λέξεις.

Εσπερ.Oσ.Νίκωνος-Video             Θ.Λειτ.Oσ.Νίκωνος-Video
       

Λιταν.Oσ.Νίκωνος-Video               Δηλώσεις Αρχιεπ-Video
       

Εσπερ.Oσ.Νίκωνος-Photos          Θ.Λειτ.Oσ.Νίκωνος-Photos
       

Εφέ Φωτογρ. Ανάρτησης και Οργάνωση: Ενορία Τσεραμιού.
Ρεπορτάζ: Immspartis.gr, Arxon.gr, Lakonikos.gr.
Φωτογραφίες Πανηγ: Immspartis.gr, Arxon.gr.
Video: IonianTv.gr. Vid.Λιταν: Lakonikos.gr.

---------------------------------------------------------------------------------

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο "ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ"



Ο Όσιος Νίκων γεννήθηκε σε ένα χωριό του Πόντου, κοντά εις την Τραπεζούντα στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνος. Ήταν γόνος επιφανών και ευσεβεστάτων γονέων και από μικρός ήτο αφοσιωμένος στα θεία μ'όλη του την ψυχή...

...ακολουθώντας το παράδειγμα των γονέων του. Σαν παιδί περιφρονούσε τις διασκεδάσεις, τους χορούς και γενικά τις κοσμικές τέρψεις της εποχής του και ζούσε βίο εγκρατή επιθυμώντας να αφιερωθεί στο Θεό. Ο πατέρας του ήταν πολύ πλούσιος γαιοκτήμονας και θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο γιο του όλα τα μέσα για μια άνετη ζωή. Πλην όμως ο μικρός Νικήτας - έτσι ήταν το όνομα του Αγίου πριν γίνει μοναχός - θεωρούσε ως μάταια και απατηλά τα αγαθά του παρόντος κόσμου και επιθυμούσε την κατάκτηση της αιωνιότητος και της σωτηρίας, ψάχνοντας για την κατάλληλη ευκαιρία.

Μια ημέρα, λοιπόν, ο πατέρας του τον έστειλε να επισκεφθεί την αγροτική περιουσία του. Η αφθονία των κτημάτων όμως δεν προξένησε καμιά ευχαρίστηση στην ψυχή του, αλλά αντίθετα η αθλιότητα την οποία παρατήρησε στους φτωχούς εργάτες, γέννησε μέσα στην ψυχή του ένα αίσθημα συμπαθείας μεν προς τους φτωχούς καλλιεργητές, και αποστροφής από την άλλη προς τη ζωή, του κόσμου και της ύλης. Έτσι, εγκατέλειψε τα πλούτη, την οικογένειά του, την πατρίδα του, ακολούθησε δύσβατους δρόμους και έφτασε στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας. Εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού και από Νικήτας ονομάστηκε Νίκωνας. Στη μονή ο Νίκων προόδευε συνεχώς πνευματικά, τόσο με την προσευχή και τη μελέτη, όσο και με την εργασία και την εγκράτεια. Η παραμονή του όμως δεν διάρκεσε πάνω από 12 χρόνια. Οι αναζητήσεις του πατέρα του τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το μοναστήρι και να διαμείνει για τρία ολόκληρα χρόνια σε τόπους έρημους και άγνωστους.

Στη συνέχεια ο Όσιος Νίκων αναλαμβάνει ιεραποστολική δράση, γίνεται μέγας κήρυ-κας του ευαγγελίου και συνισταμένη του κηρύγματός του είναι η μετάνοια. Σαν άλλος, λοιπόν, Ιωάννης Πρόδρομος, κήρυττε στα πλήθη και τους ζητούσε να μετανοήσουν. Γι’ αυτό ακριβώς έλαβε και την προσωνυμία Νίκων “ο Μετανοείτε”.

Ο Νίκων, αφού περιήλθε πολλές χώρες της Ανατολής, έφθασε στη νήσο Κρήτη, όπου παρέμεινε επτά (7) χρόνια και κατόρθωσε να οδηγήσει πολλούς από τους κατοίκους του νησιού στην αληθινή χριστιανική πίστη, ενώ έχτισε ναούς και εγκατέστησε ιερείς. Από την Κρήτη ο Όσιος πήγε στην Επίδαυρο της Αργολίδος και κατόπιν στην Αθήνα, όπου έτυχε καλής υποδοχής. Μετά πήγε στην Εύβοια, όπου έκανε πολλά θαύματα. Κατόπιν μετέβη στη Θήβα και από εκεί στο κύριο μέρος της δράσης του την Πελοπόννησο. Πέρασε από την Κόρινθο, το Άργος, το Ναύπλιο, πήγε στη Σπάρτη όπου έχτισε δύο ναούς και κατόπιν μετέβη στη Μάνη, Καλαμάτα, Κορώνη, Μεθώνη και Μεσσήνη. Μετά κατευθύνθηκε προς την Αρκαδία, όπου κήρυξε για αρκετό καιρό και τελικά εγκαταστάθηκε στην πόλη των Λακώνων, στη Σπάρτη.

Στη Σπάρτη ο Όσιος ανέπτυξε αξιόλογη δράση, ενώ την απήλλαξε και από τη μάστιγα των Ισραηλιτών, που με την άσχημη διαγωγή τους επηρέαζαν τον πληθυσμό και αποτελούσαν εμπόδιο στην ηθικοπλαστική προσπάθεια που έκανε ο Νίκων. Επίσης έκανε και θαύματα. Υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με την ίαση ασθενών που πήγαιναν σ’ αυτόν ή που πήγαινε ο ίδιος σ’ αυτούς, ενώ τα θαύματα συνεχίζονται και μετά τον θάνατό του, που τοποθετείται το 998 μ.Χ.

Ο Όσιος Νίκων “ο Μετανοείτε”, είναι ο πολιούχος και προστάτης της πόλεως της Σπάρτης και η μνήμη του τιμάται με ιδιαίτερες τιμές από την τοπική μας Εκκλησία, στις 26 Νοεμβρίου.



Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Νίκωνος
Ἦχος γ' – Θείας Πίστεως

Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα, τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγάς τῶν ἰάσεων, καί διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεων, τούς σοί προστρέχοντας Πάτερ ἐκ πίστεως. Νίκων Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.


---------------------------------------------------------------------------------


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Ο Πολιούχος και Προστάτης Άγιος της Σπάρτης, Όσιος Νίκων ο "Μετανοείτε". (Του Αριστ. Γ. Θεοδωρόπουλου - Εκπαιδευτικού)

Μέσα στη μακρόχρονη ιστορική πορεία της Ορθοδόξου Εκκλη­σίας έλαμψαν φωτεινές μορφές, που διακρίθηκαν για τον ιεραποστολικό τους ζήλο και αγωνίστηκαν με το φλογερό τους κή­ρυγμα για τη θεμελίωση του δένδρου της χριστια­νικής πίστεως. Ανάμεσα σ' αυτές ξεχωριστή θέση κα­τέχει ο πολιούχος και προ­στάτης άγιος της Σπάρτης, ο Όσιος Νίκων ο Μετα­νοείτε, με τον βίο του οποί­ου ασχολήθηκαν, λόγω της μεγάλης θρησκευτικής και εθνικής σημασίας, επιφανείς Γερμανοί ιστορι-κοί του μεσαίωνα, όπως ο Κάρολος Χόπφ, ο Γουσταύδος Χέρτσμπεργκ και ο Φερδινάνδος Γκρεγκορόβιους.

Ο Όσιος Νίκων γεννήθηκε στα τέλη του πρώτου τετάρ­του του 10 μ.Χ. αιώνα, γύρω στο 920 μ.Χ., στη σημερινή Αρμενία και κοντά στην αρχαία Παφλαγονία του Πόντου.

Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και του καλλιέργησαν την ευσέβεια και την πίστη στον Σωτήρα Χριστό. Σε ηλικία μόλις 20 ετών εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι και εγκαταβίωσε στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας, όπου έμεινε δώδεκα χρόνια. Στη συνέχεια επισκέφθηκε χώρες της Ανατολής, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού για τρία χρόνια.

Το 961 μ.Χ. πήγε στην Κρήτη με προτροπή του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά, όπου με έδρα την πόλη της Γορτύνης επέδειξε ιδιαίτερο ιεραπο­στολικό ζήλο. Στα επτά χρόνια της παραμονής του στο νησί, κατόρθωσε να χειραγωγήσει τους Κρήτες στην αληθινή πί­στη, η οποία είχε αλλοτριωθεί από τους κατακτητές, και να οικοδομήσει πολλούς ναούς. Απέσπασε μάλιστα τον σεβασμό και την αγάπη των Κρητών, οι οποίοι του απέδωσαν ευγνωμόνως τον τίτλο «Μετανοείτε», επειδή καλούσε διαρκώς τους χριστιανούς σε μετά­νοια.

Το 968 μ.Χ. έφτασε στην Πελοπόννησο και επισκέφτηκε την Επίδαυρο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα, την Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα, την Κόρινθο, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου παντού κήρυττε το Ευαγγέλιο του Χριστού και με τη χάρη του Θεού επιτελούσε θαύματα. Από το Ναύπλιο κατευθύνθηκε προς τη Σπάρτη, ενώ στη συνέχεια επισκέφτηκε τη Μάνη και τη Μεσσηνία. Αφού έλαμψε παντού με το φλογερό του κήρυγμα περί μετανοίας, επέστρεψε στη Σπάρτη, η οποία την εποχή εκείνη ονομαζόταν Λακεδαιμονία. Στον ιστορικό αυτό τόπο, τον οποίο αγάπησε περισσότερο από την πατρίδα του, παρέμεινε μέχρι την οσιακή του κοίμηση το 998 μ.Χ. κηρύττοντας και θαυματουργώντας. Με την προσευχή του μάλιστα διασώθηκε η πόλη από τη φοβερή μάστιγα μιας θανατηφόρου ασθένειας, η οποία απειλούσε τη ζωή των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Πλήθος κόσμου συγκεντρωνόταν στη Λακεδαιμονία για να ακούσει το πύρινο κήρυγμά του για τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, ενώ η πλούσια ιεραπο­στολική του δράση επισφραγίσθηκε με την ανοικοδόμηση περικαλλούς ναού στο όνομα του Σωτήρος Ιησού Χριστού, ο οποίος μάλιστα σχεδιάστηκε από τον ίδιο. Πολλά και θαυμαστά είναι τα γεγονό­τα, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ανεγέρσεως του ναού, ο οποίος ανοικοδομήθηκε ανάμεσα στα έτη 970 και 992 μ.Χ. και εγκαινιάσθηκε από τον ενάρετο και ευσεβή Επίσκοπο της Λακεδαιμονίας Θεόπεμπο. Ο ναός αυτός μετα­τράπηκε αργότερα σε μοναστήρι, που έφτασε σε ιδιαίτερη ακμή κατά τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Στο μοναστήρι αυτό ο Όσιος Νίκων εκοιμήθη εν ειρήνη στις 26 Νοεμβρίου του 998 μ.Χ., ημέρα κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά και εορτάζει την πάντιμη μνήμη του.

Η κοίμηση του Οσίου Νίκωνος λύπησε βα­θύτατα τους κατοίκους της Λακεδαιμονίας που έχασαν τον διδάσκαλο και πνευματικό τους πατέρα, τον εθνικό και θρησκευτικό καθοδη­γητή, του οποίου η προσφορά υπήρξε πολύτιμη για την πνευματική αναγέννηση της Πελο­ποννήσου, της Κρήτης και της Στερεάς Ελλά­δος κατά τον μεσαίωνα. Ο Όσιος Νίκων άρχισε να τιμάται ως άγιος από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την οσιακή του κοίμηση, αφού στο καθο­λικό της ιστορικής Ιεράς Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας σώζεται η αρχαιότερη παράσταση, που απεικονίζει τον Όσιο και χρονολογείται τον 11ο αιώνα. Το 1875 εκδόθηκε στη Σπάρτη η ακολουθία του Οσίου, την οποία επιμελήθη­κε το 1847 ο ιεροκήρυκας της περιοχής Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γεωργόπουλος. Το 1893 καθιερώθηκε ο πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης του με λιτανεία της ιεράς εικόνος του και με καθολική αργία στην πόλη της Σπάρτης, η οποία μέχρι σήμερα τιμά και εορτάζει με κάθε επισημότητα τον πολιούχο και προστάτη της στον μεγαλοπρεπή ιερό ναό του Οσίου Νίκωνος. Ο περικαλλής αυτός ιερός ναός, ο οποίος αποτελεί το σημείο ευλαβικής αναφοράς για τους κατοίκους της Σπάρτης, αλλά και ολόκληρης της Λακωνίας, θεμελιώθηκε το 1929 με σχέδια του Αναστασίου Ορλάνδου και εγκαινιάστηκε το 1955 με ιδιαίτερη λαμπρότη­τα και με την παρουσία πλήθους πιστών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Ο Άγιος Νίκων ο "Μετανοείτε" - Φωτίου Κόντογλου (Πηγή: Ασά-λευτο Θεμέλιο - Ακρίτας 1996)

Στις 26 Νοεμβρίου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἡ μνή-μη τοῦ ἁγίου Νίκωνος «τοῦ Μετα-νοεῖτε». Τὸν εἴπανε «Μετανοεῖτε», ἐπειδὴ ἔλεγε συχνὰ στοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουνε, ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.

Πατρίδα τοῦ ἤτανε κάποια χώρα τοῦ Πόντου ποὺ τὴ λέγανε Πονεμωνιακή. Γεννήθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴν Κων/πολη ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς. Οἱ γονιοί του ἤτανε πλούσιοι, μὰ ὄχι μοναχὰ στὰ ὑλικὰ πλούτη μὰ καὶ στὰ πνευματικά. Γιὰ τοῦτο τὸν ἀναθρέψα-νε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου».

Καὶ ἐνῶ τὰ ἄλλα τὰ ἀδέρφια του καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἤτανε παραδομένοι στὶς διασκεδάσεις καὶ στὰ ἱπποδρόμια, ὁ Νίκων ἀγαποῦσε τὴ θρησκεία, κ᾿ ἤτανε ταπεινὸς καὶ φρόνιμος σὲ ὅλα, λιγόφαγος, ἁπλὸς στοὺς τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τὰ μάτια του νὰ μὴν μπεῖ μέσα του ὁ σαρκικὸς πειρασμὸς ποὺ χαλᾶ τὴν ἁγνότητα τῆς νεότητος. Μιὰ μέρα τὸν ἔστειλε ὁ πατέρας του, ποὺ εἶχε πολλὰ κτήματα, νὰ ἐπιστατήσει ἀπάνω στοὺς ἐργάτες ποὺ δουλεύανε σ᾿ αὐτά, καὶ σὰν εἶδε τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρώτα ποὺ χύνανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τόσο λυπήθηκε ἡ ψυχή του, ποὺ παράτησε παρευθὺς καὶ τὰ κτήματά του καὶ τοὺς γονιούς του καὶ τὴν πατρίδα τοῦ κ᾿ ἔφυγε χωρὶς νὰ γνωρίζει ποὺ πηγαίνει, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἤτανε τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Ἀφοῦ πέρασε πολλοὺς τόπους ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανένας, ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ ἤτανε τὸ σύνορο ἀνάμεσα στὸν Πόντο καὶ στὴν Παφλαγονία καὶ ποὺ εἶχε κ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Χρυσὴ Πέτρα. Σὰν εἶδε τὸ μοναστήρι ὁ Νικήτας, ἔνοιωσε μεγάλη χαρά. Κι᾿ ὁ Θεὸς φώτισε τὸ γέροντα ἡγούμενο, ποὺ ἤτανε ἅγιος ἄνθρωπος, καὶ βγῆκε στὴν πόρτα καὶ καλωσόρισε τὸν Νικήτα καὶ τὸν ἀγκάλιασε σὰν πατέρας τὸ γυιό του καὶ τὸν κάλεσε μὲ τὄνομά του. Ὁ Νικήτας σὰν ἄκουσε τὸ γέροντα νὰ τὸν φωνάζει μὲ τ᾿ ὄνομά του χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεῖ ποτέ, φτεροκόπησε ἡ καρδιά του καὶ μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο στὴν ἐκκλησία, καὶ τὴν ἴδια ὥρα τὸν κούρεψε μοναχὸ μὲ τὄνομα Νίκων. Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ξέχασε ὁλότελα πιὰ πὼς ζεῖ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τὴ μέρα δούλευε στὴν ὑπηρεσία ποὺ τὸν ἔβαλε ὁ γέροντάς του, καὶ τὴ νύχτα δὲν κοιμότανε, ἀλλὰ ἀγρυπνοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μὲ δάκρυα, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ μολευθεῖ ἡ νεανικὴ ψυχή του ἀπὸ κανέναν ἄσχημο διαλογισμὸ κι᾿ ἀπὸ τὴν πονηριὰ ποὺ μπαίνει τόσο εὔκολα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ τῆς μονῆς τὸν ἀγαπήσανε πολύ, γιατὶ ἤτανε ἀπερηφάνευτος, πρᾷος καὶ καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια ἔζησε μέσα στὸ μοναστήρι τῆς Χρυσῆς Πέτρας. Στὸ μεταξὺ ὁ πατέρας του χάλασε τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν βρεῖ, πλὴν μάταια κοπίασε. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ τὸν ψάχνει, ὁ ἅγιος παρακάλεσε τὸ γέροντά του νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὅπως κ᾿ ἔγινε. Μὰ σὰν πέρασε τὸ ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ᾿ εἶδε στὴν ἀντικρινὴ ἀκροποταμιὰ τὸν πατέρα του μὲ τὰ ἄλλα παιδιά του καὶ μὲ τὴ συνοδεία του, καὶ σὰν τὸν γνώρισε ὁ γέρος, ἄρχισε νὰ κλαίγει καὶ νὰ φωνάζει στὸν Νικήτα νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι τους, κ᾿ ἤθελε νὰ πέσει στὸ ποτάμι. Μὰ τὸν μποδίσανε οἱ δικοί του, γιατὶ εἶχε φουσκώσει τὸ ρεῦμα του ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ ποὺ κατέβασε. Κι᾿ ὁ μακάριος Νίκων, σφίγγοντας τὴν καρδιά του, γύρισε κατὰ τὸν πατέρα του καὶ γονάτισε καὶ τὸν προσκύνησε, κ᾿ ὕστερα ἔστριψε πάλι καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του. Πέρασε ἀπὸ βουνὰ ἔρημα, ἀπὸ κρεμνοὺς καὶ καταβόθρες. Τὰ ροῦχα του ἤτανε λερὰ καὶ τριμμένα, τὰ πόδια του ξυπόλητα. Βαστοῦσε μοναχὰ ἕνα ραβδὶ κ᾿ ἕνα σταυρό. Τρία χρόνια γυροβολοῦσε ἔτσι στὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε λημέρια τῶν ληστῶν, κ᾿ ἔτρωγε χορτάρια. Πολλὲς φορὲς τὸν συναπαντούσανε αὐτοὶ οἱ φονηάδες καὶ τὸν κλωτσούσανε. Μὰ σὰν εἴδανε πὼς στὴν κακία τοὺς ἀποκρινότανε μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ταπείνωση, τὸν ἀγαπήσανε κι᾿ αὐτοὶ καὶ τὸν τιμούσανε σὰν ἅγιο. Σὰν περάσανε τρία χρόνια ποὺ ἔζησε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀποφάσισε νὰ κατέβει στὶς πολιτεῖες καὶ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴ μετάνοια. Ἤτανε τότε ὡς 36 χρονῶν, κατὰ τὰ 959 μ.X. Ἀφοῦ πέρασε βιαστικὰ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, μπαρκάρησε σ᾿ ἕνα καράβι γιὰ νὰ πάγη στὴν Κρήτη, στὰ 961 μ.X., ἐπειδὴ οἱ Ἄραβες εἴχανε ἀλλαξοπιστήσει τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὸ σπαθί. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπόρεσε καὶ τοὺς γύρισε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ πῆγε στὴν Ἐπίδαυρο στὰ μέρη τοῦ Δαμαλᾶ, κ᾿ ἐκεῖ κήρυξε τὴ μετάνοια κ᾿ ἔσωσε ψυχές. Ἀπὸ τὸν Δαμαλᾶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι γιὰ νὰ πάγη στὴν Ἀθήνα. Μαζὶ μὲ τὸ καΐκι ποὺ μπῆκε ὁ ἅγιος, ταξίδευε κ᾿ ἕνα ἄλλο γιὰ τὴν Ἀθήνα, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα βγήκανε οἱ ναῦτες νὰ πάρουνε νερό. Αὐτὸ τὸ νησὶ ἤτανε ἔρημο ἀπὸ τοὺς κουρσάρους. Ὁ ἅγιος εἶπε στοὺς καπετάνιους νὰ μὴ φύγουνε ἀκόμα ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα, γιατὶ θὰ πάθουνε. Ὁ ἕνας καπετάνιος ποὖχε τἄλλο τὸ καΐκι δὲν τὸν ἄκουσε κ᾿ ἔφυγε, μὰ κεῖνος ποὖχε μέσα τὸν ἅγιο ἀπόμεινε. Μὰ τὸ καΐκι ποὺ ἔκανε πανιὰ τὸ πιάσανε οἱ κουρσάροι πρὶν φτάξει στὴν Ἀθήνα. Σὰν ἔφτασε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀρχαία πολιτεία, ποὺ ἦταν ἄλλη φορὰ φημισμένη στὸν κόσμο πλὴν τότε ἤτανε καταντημένη ἕνα χωριό, ἄρχισε τὸ κήρυγμα κ᾿ ἔφερε πολὺν καρπό, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἤτανε θεοφοβούμενοι. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πῆγε στὴν Εὔβοια, καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολὺς νὰ τὸν ἀκούσει. Καὶ μὲ τὴν ὀχλοβοή, ἕνα παιδὶ ποὺ εἶχε ἀνεβεῖ στὸ κάστρο μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον κόσμο, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε, καὶ βάλανε τὶς φωνὲς κ᾿ ἔγινε μεγάλη σύγχυση κ᾿ οἱ γονιοὶ τοῦ παιδιοῦ καταριόντανε τὸν ἅγιο. Μὰ ἐκεῖνος δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ τοὺς εἶπε ἥσυχα: «Τὸ παιδὶ ζεῖ, δὲν πέθανε». Κι᾿ ἀλήθεια τὸ παιδὶ σηκώθηκε ἀπάνω γελαστὸ σὰν νὰ πήδηξε ἀπὸ τὸ μπιντένι, κι᾿ οἱ γονιοί του κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος πέσανε καὶ προσκυνούσανε τὸν ἅγιο, καὶ τὸ παιδὶ τοὺς ἔλεγε πὼς σὰν γλύστρησε καὶ βρέθηκε στὸν ἀγέρα, εἶδε ἐκεῖνον τὸν καλόγερο ποὺ φώναζε «Μετανοεῖτε» νὰ πετᾶ καὶ νὰ τὸ πιάνει στὴν ἀγκαλιά του ὡς ποὺ τὸ κατέβασε μαλακὰ στὴ γῆ. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Εὔριπο, πῆγε στὶς Θῆβες, κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὸ βουνὸ Κιθαιρῶνα, ποὺ τὸ λέγανε τότε ὄρος τῆς Μυουπόλεως, κ᾿ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο, κοντὰ στὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ μοναστήρι, ποὺ ἔχτισε ὁ ὅσιος Μελέτιος ὕστερα ἀπὸ χρόνια, κι᾿ αὐτὸς Ἀνατολίτης. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κόρινθο, στὸ Ἄργος, στὸ Ναύπλιο, κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἄναβε στὶς καρδιὲς τὸν πόθο τῆς θρησκείας κ᾿ ἔκανε πολλὰ θαύματα, προπάντων ἔγιαινε ἀρρώστους ἀνθρώπους.

Ἀφοῦ πέρασε ὅλον τὸν Μοριᾶ, κ᾿ ἔφταξε ὡς τὴ Μάνη, πῆρε πάλι τὸ δρόμο γιὰ νὰ γυρίσει στὴ Σπάρτη, ἀπ᾿ ὅπου εἶχε περάσει. Μὰ πρὶν πάγει στὴ Σπάρτη, μπῆκε σ᾿ ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκότανε σὲ κάποιο ἔρημο μέρος ποὺ τὸ λέγανε «Μῶρον» καὶ κειτότανε ἄρρωστος καὶ θερμιασμένος. Σὲ λίγες μέρες μαθεύτηκε τὸ καταφύγιό του καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολύς σὲ κεῖνο τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι περιμένανε τὴ γιατρειά τους ἀπὸ τὸν ἄρρωστον. Σὰν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, πῆγε στὸ Ἀμύκλι, κ᾿ ἐπειδὴ ἐκείνη ὅλη τὴν περιφέρεια τὴ ρήμαξε τὸ θανατικὸ ἀπὸ λοιμικὴ ἀρρώστια κ᾿ εἶχε πιάσει τὸν κόσμο φόβος καὶ τρόμος, μαζεύθηκε πολὺς λαὸς καὶ πήγανε καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει στὴ Σπάρτη. Ὁ ἅγιος τοὺς εἶπε πὼς θὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ πάψει τὴν ὀργή του, καὶ πὼς θὰ καθίσει στὴ Σπάρτη ὡς ποὺ νὰ πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὴ Σπάρτη, καὶ σὰν ἐμπῆκε στὴν πολιτεία, πὼς σὰν φανερωθεῖ ὁ ἥλιος σκορπᾶ καὶ χάνεται ἡ ἀντάρα, ἔτσι καὶ σὰν φάνηκε ὁ ἅγιος ἔπαψε τὸ θανατικό, κι᾿ ὁ κόσμος ξεκουράσθηκε ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ ἔπεσε σὲ μετάνοια. Ἀπὸ τότε δὲν ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὴ Σπάρτη ὁ ἅγιος, κ᾿ ἡ πολιτεία τούτη ἔγινε ἡ δεύτερη πατρίδα του. Ἔχτισε μία μεγάλη ἐκκλησία στ᾿ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ βρεθήκανε τὰ θεμέλιά της κοντὰ στὸ κάστρο τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, κι᾿ αὐτὴ ἡ διαβόητη πολιτεία ποὺ ἤτανε ξακουσμένη στὸν κόσμο γιὰ τὴν παλληκαριά της, καταστάθηκε ἡ καθέδρα τῆς Χριστιανοσύνης μὲ ἄρχοντά της τὸν πράον κ᾿ ἥμερον μαθητὴ τοῦ Κυρίου ποὺ δίδαξε στὸν κόσμο τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ τὴν εἰρήνη. Στὸ μεταξὺ βαφτιζόντανε οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ὑπήρχανε πολλοὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ πλήθαινε ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλλὰ ἦρθε καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νίκωνα ἡ μέρα νὰ πληρώσει, σὰν ἄνθρωπος κι᾿ αὐτός, τὸ «κοινὸν χρέος τοῦ θανάτου», κι᾿ ἀρρώστησε. Μάζεψε λοιπὸν γύρω στὸ κλινάρι του τὰ πνευματικὰ τέκνα του, καὶ τὰ εὐλόγησε καὶ τοὺς εἶπε πὼς σιμώνει τὸ τέλος του, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε πολλὲς συμβουλὲς καὶ τοὺς στερέωσε στὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ, εἶπε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, εἰς χεῖρας σου παρατίθημι τὸ πνεῦμα μου» καὶ παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή του σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ γι᾿ αὐτὸν ὑπόφερε τόσους κόπους. Κοιμήθηκε στὰ 998 μ.X., στὶς 26 Νοεμβρίου, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν.

Τὸ σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. Ὁ λαὸς τὸ τριγύρισε καὶ βούιζε ὅπως κάνουνε οἱ μέλισσες γύρω στὸ κουβέλι. Ὅλοι θέλανε νὰ πᾶνε κοντὰ στὸ λείψανο, καὶ πολλοὶ παίρνανε ἀπὸ εὐλάβεια κάποιο πρᾶγμα ἀπὸ πάνω του, ἄλλος ἕνα κομμάτι ροῦχο, ἄλλος λίγες τρίχες, ἄλλος ἔκοβε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ ζώνη του νὰ τα ‘χουνε γιὰ φυλαχτό. Ὁ δεσπότης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο κηδέψανε τὸ τίμιο σκῆνος, ποὺ ἤτανε βαλμένο μέσα σὲ θήκη ἀκριβὴ κι᾿ ἀνάβρυσε ἅγιο μύρο, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, ὑδρωπικοί, παράλυτοι κι᾿ ἄλλοι ποὺ βασανιζόντανε ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἀπολυτίκιό του λέγει:

«Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων
θείαν λάρνακα τῶν Σῶν λειψάνων
ἀναβρύουσαν πηγᾶς τῶν ἰάσεων
καί διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως
τοῦς Σοί προστρέχοντας, Πάτερ ἐκ Πίστεως.
Νίκων ὅσιε, Χριστόν τόν Θεὀν ἱκέτευε
δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος».

Ἕνας εὐσεβὴς ἄρχοντας, λεγόμενος Μαλακηνός, τόσον ἀγαποῦσε τὸν ἅγιο Νίκωνα, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ζήσει χωρὶς νὰ βλέπει τὴν ὄψη του. Φώναξε λοιπὸν ἕνα ζωγράφο καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ ζωγραφίσει τὸν ἅγιο, μὰ ἐπειδὴ ὁ ζωγράφος δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ, ὁ Μαλακηνὸς ἱστόρησε μὲ λόγια ὅσο μποροῦσε στὸ ζωγράφο τί λογῆς ἤτανε ἡ φυσιογνωμία του. Ὁ ζωγράφος πῆγε στὸ ἐργαστήρι του κ᾿ ἔπιασε νὰ κάνει τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ κοπίασε πολὺ χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὸν ἐπιτύχει τὸν ἅγιο ὅπως ἤτανε. Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει νὰ μπαίνει ἕνας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, μὲ μαλλιὰ μαῦρα κι᾿ ἀνακατεμένα, μὲ μαῦρα ἀχτένιστα γένια, μ᾿ ἕνα κουρελιασμένο παλιόρασο καὶ νὰ βαστᾶ ἕνα ραβδὶ μ᾿ ἕνα σταυρὸ στὴν ἄκρη, ποὺ τὸν ἔδωσε στὸ ζωγράφο νὰ τὸν φιλήσει. Ὕστερα τὸν ρώτησε γιατί εἶναι στενοχωρημένος. Σὰν τοῦ εἶπε ὁ ζωγράφος τὴν αἰτία, τοῦ λέγει ὁ καλόγερος: «Κοίταξέ με, ἀδελφέ, καὶ ζωγράφισε τὴν εἰκόνα, γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἱστορίζεις μοιάζει μὲ μένα σὲ ὅλα». Σὰν τὸν κοίταξε καλὰ ὁ ζωγράφος ἀπόρησε, ἐπειδὴ ἤτανε ἴδιος ὅπως τὸν εἶχε περιγράψει ὁ Μαλακηνός. Γύρισε λοιπὸν τὸ πρόσωπό του κατὰ τὸ σανίδι ποὺ ζωγράφιζε νὰ δεῖ ἂν μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο, ποὺ ἔκανε, καὶ βλέπει πὼς εἶχε τυπωθεῖ ὁ καλόγερος ποὺ τοῦ μιλοῦσε. Τὸν ἔπιασε φόβος καὶ φώναξε «Κύριε ἐλέησον», καὶ σὰν γύρισε νὰ τὸν ξαναδεῖ, δὲν εἶδε τίποτα.

Ὅπως τὸν εἶδε ὁ ζωγράφος, ἔτσι εἶναι ζωγραφισμένος ὁ ἅγιος Νίκων στὶς εἰκόνες ποὺ βρεθήκανε κανωμένες ἀπὸ παλιοὺς ἁγιογράφους. Ἡ πιὸ παλιὰ εἰκόνα του βρίσκεται στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς ἱστορημένη μὲ ψηφιά, μὰ τὸν παριστάνει μὲ μαλλιὰ χτενισμένα. Φαίνεται ὅμως πὼς πιὸ σωστὰ παραστήσανε τὴ φυσιογνωμία του οἱ ζωγράφοι ποὺ τὸν ζωγραφίσανε σὲ ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὰ μέρη τῆς Σπάρτης, ὅπως εἶναι στὸ Παληομονάστηρο τῆς Κρίτσοβας, ζωγραφισμένος στὰ 1267, στὴν Παναγία τὴ Χρυσαφίτισσα στὰ Χρύσαφα, στὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἀναβρυτῆς, στὴν ἐκκλησιὰ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ χωριὸ Πέρπαινη, κι᾿ ἀλλοῦ. Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλαιὲς καὶ μαστορικὲς εἰκόνες του εἶναι καὶ κείνη ποὺ βρῆκα στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα γιὰ νὰ καθαρίσω καὶ νὰ στερεώσω τὶς παλιὲς τοιχογραφίες. Βρίσκεται κοντὰ στὴ μικρὴ τὴν πόρτα ποὺ μπαίνει κανένας στὴν ἐκκλησιά. Ὁ ἅγιος εἶναι ζωγραφισμένος ὅπως τὸν ἱστορίζει τὸ συναξάρι του, μὲ βουλιασμένα τὰ μάγουλά του ἀπὸ τὴν κακοπάθηση, μὲ ζωηρὰ μάτια, μὲ μαῦρα μαλλιὰ ἀνακατεμένα κι᾿ ἀχτένιστα καὶ μὲ μαῦρα γένια. Ἔτσι τὸν γράφει κι᾿ ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ στὴν «Ἑρμηνεία τῶν ζωγράφων»: «Νέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, ἔχων τὰς τρίχας ἠγριωμένας». Λέγοντας «νέος» θέλει νὰ πεῖ μαυρομάλλης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Βίος και Πολιτεία του Οσίου Νίκωνος του "Μετανοείτε".
Κάντε κλικ εδώ για να το διαβάσετε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας παρακαλούμε πολύ να είστε κόσμιοι και ευγενικοί στα σχόλιά σας. Η κριτική είναι καλοδεχούμενη, όχι όμως τα υβριστικά και κακεντρεχή σχόλια. Τα σχόλιά σας θα δημοσιεύονται μόνο αν πληρούν τους παραπάνω όρους. Ευχαριστούμε.